Η είσοδος της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και η επαφή με τους άλλους Ευρωπαίους ως ισότιμοι πολίτες μιας κοινής ένωσης, είxε σαν συνέπεια και την μεταφορά συνηθειών στην καθημερινή ζωή, μια πτυχή της οποίας είναι και η διατροφή. Επιρρεπείς οι νεοέλληνες στην αντιγραφή και αποδοχή σε ό,τι ερχόταν από την Εσπερία, δέχτηκαν με ευκολία τις πίτσες, τα ντόνατς (αλήθεια ποιός τα θυμάται σήμερα;) και φυσικά τα γαλλικά κρασιά.
Η πίεση των καταναλωτών να δοκιμάσουν κρασιά από τις γαλλικές κυρίως ποικιλίες, γιατί ίσως έτσι ένοιωθαν περισσότερο Ευρωπαίοι, ανάγκασε τους Έλληνες παραγωγούς να αναμπελώσουν τα κτήματά τους και να στραφούν στις ξένες ποικιλίες. Νέοι αμπελώνες με γαλλικές ποικιλίες ξεφύτρωσαν σε ολόκληρη την Ελλάδα, συχνά χωρίς μέτρο και μελέτη των τοπικών συνθηκών. Εύκολα μπορείτε να το διαπιστώσετε αν κάνετε μια βόλτα σε ένα σούπερ μάρκετ, όπου μπορείτε να βρείτε συγκεντρωμένα πολλά εμφιαλωμένα, διαβάστε τις ετικέτες των κρασιών και θα νομίσετε ότι η πλέον καλλιεργούμενη ποικιλία στην Ελλάδα είναι το Cabernet Sauvignon, χωρίς αυτό να είναι αληθινό.
Η αποδοχήκαι καλλιέργεια των γαλλικών ποικιλιών δεν είναι φαινόμενο που εμφανίστηκε μόνο στη χώρα μας, και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως του νότου (Ιταλία, Ισπανία), και του νέου κόσμου (ΗΠΑ, Χιλή, Αργεντινή, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία) φύτεψαν τις ποικιλίες που άκουγαν σε ένα γαλλικό όνομα. Αλλά αν οι χώρες, του νέου Κόσμου έχουν μια δικαιολογία, ότι ποτέ δεν διέθεταν αυτόχθονες ποικιλίες, ποια μπορεί να είναι η δικαιολογία για τις χώρες που για χιλιετίες καλλιεργούσαν τις δικές τους τοπικές ποικιλίες;
Όμως δεν είναι μόνο οι Ελληνικές ποικιλίες που έπεσαν θύματα αυτής της μίμησης, ουσιαστικά την "νύφη" πλήρωσε ο παραδοσιακός τύπος κρασιού, η ρετσίνα. Αν και είναι ένα κρασί που έχει εξαιρετική σχέση με την ελληνική κουζίνα, την πλούσια σε κρεμμύδι, σκόρδο και μπαχαρικά, υποχώρησε μπροστά στην επέλαση πιο αρωματικών κρασιών. Αναμφίβολλα πολλές ποικιλίες (ξένες και Ελληνικές) διαθέτουν αρωματικούς χαρακτήρες προκαλλούν ευχάριστα τον ουρανίσκο μας, όμως πως θα συνδυάσουμε με αυτές ένα μπακαλιάρο σκορδαλιά; Ποιό μοντέρνα οινοποιημένο κρασί, με αρώματα εξωτικών φρούτων, θα συνοδέψει ένα ψάρι πλακί στο φούρνο ή το τηγανητό μαριδάκι;
Όσοι, από το μετερίζι των παραγωγών, παρακολουθούν την εξέλιξη της κατανάλωσης της ρετσίνας τα τελευταία 30 χρόνια, ξέρουν ότι έχει υποχωρήσει αισθητά. Αυτή η υποχώρηση παρουσιάζεται υψηλότερη στις κοινωνικές ομάδες μεσαίου και ανώτερου εισοδήματος, ενώ διατηρεί, προφανώς λόγω χαμηλού κόστους, την αποδοχή στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα. Γιατί έχασε όμως αυτές τις ομάδες το παραδοσιακό μας κρασί; Η πτώση άρχισε περίπου με την είσοδο της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, όταν οι Έλληνες αποφάσισαν να συνδέσουν αμεσότερα την ζωή τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η γειτονική Τουρκία, θυμίζει την νεότερη ιστορική αρνητική εμπειρία, ήταν λοιπόν αναπόφευκτο, η Ευρωπαϊκή Δύση να αποτελεί το αντίβαρο και το πρότυπο για να ξεκολλήσουμε από το πρόσφατο παρελθόν. Άλλωστε ο δυτικός πολιτισμός στις ρίζες του είναι αρχαιοελληνικός.
Πριν από μια δεκαετία περίπου, οι ανασκαφές σε αρκετές τοποθεσίες όπου ακμάσανε κοινότητες Μυκηναίων και Μινωιτών έφεραν στο φως στοιχεία από τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων. Με την βοήθεια της τεχνολογίας μέσα από τα ελάχιστα κατάλοιπα των τροφών που έμειναν στο εσωτερικό αγγείων και τσουκαλιών, διαπιστώθηκε ότι στην διατροφή τους, οι αρχαίοι Μυκηναίοι και Μινωίτες, περιελάμβαναν και το κρασί. Ωστόσο ιδιαίτερα σημαντικό και συγκινητικό για εμάς είναι το στοιχείο ότι το ρετσίνι του πεύκου, χρησιμοποιείτο στην παραγωγή του κρασιού τους. Μια ακόμα απόδειξη ότι ένα από τα πιο αγαπημένα κρασιά των νεοελλήνων, αλλά με ιδιαίτερη γεύση-άρωμα, έχει τις ρίζες του βαθειά στην αρχαιότητα. Για όσους δεν γνωρίζουν, η ρετσίνα (το κρασί) παράγεται όπως όλα τα άλλα λευκά κρασιά, με την διαφορά ότι στην διάρκεια της ζύμωσης, μέσα στο μούστο προσθέτουμε μικρή ποσότητα ρετσινιού πεύκου που του προσδίδει το ιδιαίτερο άρωμα.
Η ρετσίνα, κρασί καθαρά Ελληνικό, δεν παράγεται πουθενά αλλού στο κόσμο, είναι η ιστορία μας, είναι η ταυτότητά μας, είναι η αντίστασή μας και στην περίοδο της κρίσης που βρισκόμαστε πρέπει να ξαναβρεί τη θέση της στο τραπέζι μας, όπως και όλες οι άλλες Ελληνικές ποικιλίες. Συχνά ακούμε φωνές διαμαρτυρίας, ότι "δεν παράγουμε τίποτα" και "κάνουμε εισαγωγή τα πάντα". Ε όχι, παράγουμε πολύ καλά Ελληνικά κρασιά, αλλά πρέπει να τα υποστηρίξουμε, αλλιώς αργά ή γρήγορα θα καταλήξουμε να χάσουμε έναν από τους λίγους τομείς της γεωργικής μας παραγωγής που ακόμα διατηρείται ζωντανός.
Σε παλαιότερα χρόνια μεγάλες εκτάσεις της Αιτωλοακαρνανίας και πιο συγκεκριμένα της Ναυπακτίας φαίνεται να ήταν γεμάτες από αυτήν την τόσο αξιόλογη ποικιλία. Η καλλιέργειά της, ωστόσο εγκαταλείφτηκε, πιθανόν εξαιτίας της μεγάλης φροντίδας που απαιτεί, και έφτασε πολύ κοντά στην εξαφάνιση.
Σήμερα έχουν αρχίσει προσπάθειες αναβίωσής της σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας με πολύ καλά αποτελέσματα, και ήδη έχει αρχίσει να καταλαμβάνει την θέση που της αξίζει στο οινικό στερέωμα.
Παρότι είναι γνωστό ότι η προέλευση των λευκών ποικιλιών φτάνει πίσω στην αρχαιότητα, οι ερευνητές γνωρίζουν ότι ο πρόγονος όλων των σημερινών ποικιλιών ήταν μια κόκκινη ποικιλία. Αυτό που δεν γνώριζαν ήταν ο τρόπος που εξελίχθηκε και γέννησε τις λευκές ποικιλίες όπως τις γνωρίζουμε σήμερα.
Πρόσφατα η απάντηση δόθηκε από μια ομάδα ερευνητών της CSIRO η οποία αξιοποιώντας τα αποτελέσματα Ιαπώνων ερευνητών – που κατέδειξαν ότι η παραγωγή των χρωστικών του κρασιού οφείλεται σε συγκεκριμένα γονίδια που παρουσιάζουν διαφορά ανάμεσα στις λευκές και ερυθρές ποικιλίες – προχώρησε ακόμα πιο πέρα την έρευνα και ανακάλυψε μια σειρά σπάνιων μεταλλάξεων που υπέστησαν τα γονίδια αυτά με αποτέλεσμα να παραχθεί η πρώτη λευκή ποικιλία σταφυλιών, πρόγονος σχεδόν όλων των σημερινών λευκών ποικιλιών.
Εάν η μετάλλαξη περιοριζόταν σε ένα μόνο γονίδιο, δεν θα είχαμε, σήμερα, τις περισσότερες από τις 3.000 λευκές ποικιλίες.
Με όποιο έχει την υψηλότερη οξύτητα!
Οι περισσότεροι θα σκέφτηκαν ενστικτωδώς το λευκό κρασί, διότι τα θαλασσινά συχνά συνδυάζονται με λευκά κρασιά, το οποίο δεν είναι λάθος.
Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε ένα πιάτο που έχει τηγανιστεί σε λάδι και ίσως να ήταν προτιμότερο ένα κόκκινο -ή ένα ροζέ- ξινό κρασί από ένα λευκό χαμηλής οξύτητας. Ο λόγος είναι απλός: η οξύτητα μετριάζει την γεύση του λαδιού και κάνει το φαγητό να μοιάζει πιο ισορροπημένο και όχι τόσο βαρύ. Είναι ο ίδιος λόγος που στα τηγανιτά καλαμαράκια ταιριάζει τόσο πολύ το λεμόνι.
Συμπτωματικά, βέβαια, τα λευκά κρασιά είναι αυτά με την μεγαλύτερη οξύτητα οπότε ιδανικότερος συνδυασμός για τα τηγανιτά καλαμαράκια είναι ένα λευκό όξινο κρασί.
Και αυτό συμβαίνει για τον εξής απλό λόγο: όταν κρατάμε το ποτήρι από τον κορμό, δηλ. εκεί που βρίσκεται το κρασί, τότε η θερμότητα από το χέρι μας μεταφέρεται στα τοιχώματα του ποτηριού και από εκεί στο κρασί, με αποτέλεσμα να θερμαίνεται πολύ πιο γρήγορα.
Κάποια κρασιά, πχ. τα λευκά ή τα επιδόρπια, σερβίρονται σε χαμηλές θερμοκρασίες ώστε να αναδεικνύουν καλύτερα τα οργανοληπτικά τους χαρακτηριστικά. Για να μην επηρεάσουμε την θερμοκρασία τους, άρα και να έχουμε την μέγιστη απόλαυση, η λύση είναι να κρατάμε το ποτήρι από το πόδι.
Η σωστή απάντηση είναι το Ξινόμαυρο.
Ελληνική ποικιλία. Καλλιεργείται ως επί το πλείστον στην Βόρεια Ελλάδα και δίνει τα κρασιά Π.Ο.Π. Νάουσα και Π.Ο.Π. Αμύνταιο μόνη της και Π.Ο.Π. Γουμένισσα και Π.Ο.Π. Ραψάνη σε χαρμάνι με άλλες ποικιλίες.
Χαρακτηρίζεται από υψηλή οξύτητα, πλούσιο χρώμα και έντονες τανίνες. Συνήθως, τα κρασιά από Ξινόμαυρο δεν καταναλώνονται φρέσκα και θέλουν τον χρόνο τους για να φτάσουν στο τελειότερο σημείο κατανάλωσής τους. Ιδανική επιλογή για να κάποιον που του αρέσει να παλαιώνει μόνος του τα κρασιά του στην προσωπική του κάβα.
Είναι η πιο πολυταξιδεμένη και ευπροσάρμοστη ποικιλία, αφού πλέον μπορεί κανείς να την συναντήσει σε ολόκληρο τον κόσμο απ’ άκρη σ’ άκρη. Δίνει μεγάλη γκάμα κρασιών από φινετσάτα και διακριτικά μέχρι πλούσια και γεμάτα.
Και όμως η αποκάλυψη του οικογενειακού παρελθόντος του Chardonnay, έγινε σχετικά πρόσφατα όταν ερευνητές του Πανεπιστημίου του Davis της Καλιφόρνιας μετά από έρευνές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως δύο βουργουνδέζικες ποικιλίες, το Pinot Noir και το Gouais, είναι οι «γονείς» του διάσημου Chardonnay.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε σε τόπους όπου έζησαν Μινωίτες και Μυκηναίοι, η χρήση ρητίνης (ρετσίνι) στην οινοποίηση και ρετσίνας στην μαγειρική, αποτελούσε κομμάτι της διατροφής των ανθρώπων εκείνης της εποχής.
Το παραπάνω ισχυρισμό επιβεβαιώνει το εσωτερικό μιας τριποδικής χύτρας της Μεσομινωϊκής ΙΙ περιόδου (περίπου 1900 - 1700 π.Χ.), που βρέθηκε σε ανασκαφή
στο Μοναστηράκι της Κρήτης και η οποία φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί για μαγειρική με κρασί που περιέχει ρητίνη.
Τα αποτελέσματα της έρευνας παρουσιάστηκαν σε έκθεση και δημοσιεύθηκαν σε βιβλίο με τίτλο "Μινωιτών και Μυκηναίων γεύσεις" (Έκδοση του Υπ. Πολιτισμού και του Εθν. Αρχαιολογικού Μουσείου).
Το Νταβαντούρι
Με την συνεργασία με της Ομάδας Γαστρονομίας και Πολιτισμού και τις εκδόσεις Ωκεανίδα σας περιμένουμε με την παρέα σας
Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου στις 9 μ.μ.
Ένα ακόμα εστιατόριο Κρητικής κουζίνας; Όχι βέβαια. Το Νταβαντούρι έχει χαρακτήρα, ισορροπημένο μενού, ποικιλία γεύσεων, ευγενικό σέρβις και την ανήσυχη διάθεση του Σεφ Νίκου Φωτιάδη.
Μενού
Καλωσόρισμα
Αγγιναράκι σε λάδι με ρέγγα
τσικουδιά
Ορεκτικό
Μύδια με μαραθόριζα
Κρασί: Μοσχοφίλερο Μεγαπάνου
Σαλάτα
Άγρια χόρτα
Κρασί : Μοσχοφίλερο Μεγαπάνου
Ζυμαρικό
Γαμοπίλαφο
Κρασί : Σαββατιανό Μεγαπάνου
Κυρίως πιάτο
Σκιουφιχτά με αίγα
Κρασί: Αγιωργίτικο Μεγαπάνου
Γλυκό
Σιμιγδαλένιος χαλβάς με ξηρά φρούτα
Τιμή : 25 €
Το μενού θα παρουσιάσει ο Σεφ Νίκος Φωτιάδης
Θα κληρωθούν πλούσια δώρα των εκδόσεων Ωκεανίδα.
Νταβαντούρι: Αγίου Ιωάννου 63, Αγία Παρασκευή 210 6086412 - Τηλ. κρατήσεων: 194316115
ΤΑ ΚΡΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΥΜΑΤΟΣ
Μοσχοφίλερο Μεγαπάνου
Αυτό το κρασί παράγεται από την ξακουστή ερυθρή ποικιλία Μοσχοφίλερο, οινοποιείται με ειδικό τρόπο και μας δίνει λευκό κρασί. Το έντονο και συγχρόνως λεπτό άρωμα λουλουδιών, κυρίως της ακακίας και του τριαντάφυλλου, καθώς και η τονισμένη οξύτητα στη γεύση, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των κρασιών της ποικιλίας αυτής. Τα σταφύλια συλλέγονται από τις πλαγιές της Μαντινείας και οινοποιούνται με τις καλύτερες τεχνολογικές προϋποθέσεις. Εμφιαλώνεται σε περιορισμένο αριθμό φιαλών.
Τιμή Φιάλης 8.80€
Σαββατιανό Μεγαπάνου
Το κρασί αυτό παράγεται από την γνωστή και παραδοσιακή ποικιλία των Μεσογείων, το Σαββατιανό. Τα αμπέλια της ποικιλίας αυτής, καλλιεργούνται σε αργιλοαμμώδη εδάφη. Η αυστηρή επιλογή των σταφυλιών και η υψηλή τεχνολογία, δίνουν ένα κρασί διαυγές με ωραίο ανοιχτό κίτρινο χρώμα. Στη μύτη ξεχωρίζουν τα φίνα αρώματα λευκόσαρκων φρούτων ( ροδάκινο, αχλάδι ) και στο στόμα είναι ελαφρύ και δροσερό.
Τιμή Φιάλης 5.60€
Αγιωργίτικο Μεγαπάνου
Κρασί από την ονομαστή ποικιλία Αγιωργίτικο Νεμέας. Τα αμπέλια μας καλλιεργούνται σε υψόμετρο 800μ. περίπου και δίνουν σταφύλια μικρόρογα με βαθύ κόκκινο χρώμα. Μετά το τέλος της οινοποίηση το κρασί παλαιώνει σε δρύινα βαρέλια για ένα χρόνο. Εμφιαλώνεται σε περιορισμένο αριθμό φιαλών και παραμένει για άλλον ένα χρόνο στις κάβες μας, ώστε να ωριμάσει. Το βαθύ κόκκινο χρώμα, το άρωμα βύσσινου, βατόμουρου και μπαχαρικών, καθώς και η βελούδινη γεύση, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των κρασιών της Νεμέας.
Τιμή Φιάλης 9.90 €
Στις παραπάνω τιμές των κρασιών παρέχεται έκπτωση 20% εφόσον παραγγείλετε στο φυλλάδιο αξιολόγησης που θα σας δωθεί στο τέλος του γεύματος. Τα κρασιά θα σας παραδωθούν κατόπιν συνεννόησης στην διεύθυνση της επιλογής σας.
Η σωστή απάντηση είναι το γλυκό.
Για την ακρίβεια η κατάλληλη θερμοκρασία σερβιρίσματος ενός γλυκού – ή αλλιώς επιδόρπιου – κρασιού πρέπει να είναι μεταξύ 6-8 οC, όταν η κατάλληλη θερμοκρασία σερβιρίσματος για ένα ξηρό λευκό κρασί είναι μεταξύ 10-12 οC.
Τα γλυκά κρασιά είναι πλούσια σε σάκχαρα και όταν σερβίρονται σε υψηλές θερμοκρασίες δείχνουν στην γεύση υπερβολικά γλυκά και όχι ισορροπημένα.
Κατεβάζοντας την θερμοκρασία σερβιρίσματος, λοιπόν, πετυχαίνουμε να φαίνονται πιο ανάλαφρα και να καταναλώνονται πιο ευχάριστα.
Μιλώντας για παλαιοκοσμίτικα κρασιά –ή αλλιώς κρασιά του παλαιού κόσμου- εννοούμε τα κρασιά που παράγονται σε περιοχές όπου η αμπελουργία εφαρμόζεται από χιλιάδες χρόνια όπως είναι η Ευρώπη και οι περιοχές γύρω από την Μεσόγειο.
Νεοκοσμίτικα κρασιά –ή αλλιώς κρασιά του νέου κόσμου- ονομάζονται τα κρασιά από της περιοχές που εμφανίστηκαν μεταγενέστερα στον οινικό χάρτη. Αυτές οι περιοχές είναι η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, η Νότιος Αφρική, οι Η.Π.Α., η Χιλή και η Αργεντινή.
Βέβαια, ο διαχωρισμός των νεοκοσμίτικων και παλαιοκοσμίτικων κρασιών έχει προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα από τον γεωγραφικό προσδιορισμό και αφορά πλέον και τον οργανοληπτικό χαρακτήρα, δηλ. τα κρασιά του νέου κόσμου παρουσιάζουν υψηλότερους αλκοολικούς τίτλους, εντονότερη παρουσία βαρελιού και περισσότερα φρουτώδη αρώματα σε σχέση με τα κρασιά του παλαιού κόσμου.
Μιας και οι εποχές στο Νότιο Ημισφαίριο πάνε ανάποδα από αυτές στο Βόρειο (όταν εμείς έχουμε καλοκαίρι, αυτοί έχουν χειμώνα) έτσι και ο τρύγος γίνεται ανάποδα.
Όταν εμείς βρισκόμαστε στον χειμώνα που τα αμπέλια ξεκουράζονται στην Αυστραλία υπάρχει υπερκινητικότητα στους αμπελώνες αφού τα αμπέλια είναι γεμάτα από τσαμπιά που περιμένουν να τρυγηθούν και να καταλήξουν μετά από μια μακριά πορεία μέσα σε ένα μπουκάλι κρασί.
Επομένως, ανάμεσα στον Φεβρουάριο και στον Απρίλιο είναι η εποχή του τρύγου για τις χώρες του Νοτίου Ημισφαιρίου δηλ. της Νότιας Αμερικής, Αφρικής, Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας.
Η ρεσβερατρόλη που με την αντιοξειδωτική της δράση καταπολεμά πολλές σοβαρές ασθένειες, μεταξύ των οποίων και τον καρκίνο, τώρα φαίνεται να είναι υπεύθυνη και για την «αιχμηρότητα» της μνήμης.
Η ουσία, που την συναντάμε στην φλούδα των κόκκινων σταφυλιών, έχει αποδειχθεί ότι παρεμποδίζει τον σχηματισμό της βήτα αμυλοειδούς πρωτεΐνης, ενός συστατικού, που βρέθηκε στους εγκεφάλους ανθρώπων που πάσχουν από τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Οπότε πίνετε κόκκινο κρασί, πάντα με μέτρο, για να κρατήσετε τη μνήμη σας και τον εγκέφαλο σας σε εγρήγορση.
Για την παρασκευή ροζέ οίνου χρησιμοποιούνται ερυθρά σταφύλια τα οποία μετά το πάτημά τους παραμένουν με τις φλούδες για κάποιο χρονικό διάστημα ώστε οι χρωστικές που υπάρχουν στην φλούδα του σταφυλιού να περάσουν στον χυμό και να τον χρωματίσουν.
Αυτή είναι η πορεία που ακολουθεί το ερυθρό σταφύλι για να παράξει ερυθρό κρασί και ακριβώς την ίδια πορεία για να δώσει ροζέ κρασί.
Τη διαφορά για το αν θα δώσει ερυθρό ή ροζέ κρασί στο τέλος κάνει ο χρόνος που θα παραμείνει ο χυμός με τις φλούδες. Όσο περισσότερη επαφή με τις φλούδες τόσο περισσότερες χρωστικές περνάνε στο χυμό και τόσο περισσότερο χρωματίζεται ο χυμός.
Η σωστή απάντηση είναι το κρασί από την ποικιλία Μοσχάτο.
Ολόκληρη η οικογένεια των Μοσχάτων είναι ιδιαίτερα αρωματική. Ροδοπέταλα, grapefruit και εξωτικά φρούτα είναι τα αρώματα που χαρακτηρίζουν τα Μοσχάτα.
Σε κρασί συναντώνται σε όλα τα στυλ: από λευκά φινετσάτα ξηρά, συχνά αφρίζοντα, μέχρι παλαιωμένα και ενδυναμωμένα ερυθρά γλυκά.
Τα πιο γνωστά από την οικογένεια των Μοσχάτων είναι το λευκό Μοσχάτο (Muscat blanc à petits grains) και το Μοσχάτο Αλεξανδρείας.
Ο λόγος απλός: μεγαλύτερη επιφάνεια του κρασιού έρχεται σε επαφή με τον αέρα και άρα υπάρχει μεγαλύτερη εξάτμιση των πλούσιων αρωμάτων, που χαρακτηρίζουν, άλλωστε, τα ερυθρά κρασιά.
Ταυτόχρονα, επειδή τα λευκά κρασιά σερβίρονται σε χαμηλότερη θερμοκρασία το μικρότερο ποτήρι δέχεται μικρότερη ποσότητα κρασιού, η οποία και καταναλώνεται πιο γρήγορα πριν προλάβει να ζεσταθεί.